ἀχαρνώς

ἀχαρνώς, -ώ
Grammatical information: m.
Meaning: sea- fish = ὀρφώς, perh. `bass'. (Callias Com. 3)
Other forms: also ἄχαρνος; ἀχάρνᾱς w. gen. ἀχάρνου Arist. fr. 566. Comparable forms: ἀχάρνα· εῖδος ἰχθύος H., ἀχέρνα (?, cod. -λα)· ἰχθὺς ποιός H.; ἀκαρνάν (Ath.), ἀκάρναξ λάβραξ (`bass') H. -
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Both the group -ρν-, the variation χ\/κ and the ending -ω(ς) prove Pre-Greek origin. - Cf. Thompson Fishes 6f.
Page in Frisk: 1,199

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αχάρνας — ἀχάρνας, ου και ἄχαρνος, ου και ἀχαρνώς, ώ (Α) ονομασία ψαριού, ο ροφός. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Πιθ. δάνεια λ. λόγω του συμπλέγματος ρν το οποίο είναι προελληνικό επίθημα και απαντά σε λέξεις που είναι συνήθως δάνεια (πρβλ. σμύρνα, κόθορνος,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.